Imágenes de páginas
PDF
EPUB

ώ γύναι, τέκοις· μόνους γάρ σων ανικήτων φρενών βλαστάνειν άνδρας προσήκει. πιθανόν ου φανήσεται, ήν φόνου κηλίσιν έχθραϊς προσπόλους λωβώμενοι 50 κειμένους χραίνωμεν, αυτών φασγάνοις κεχρήμενοι,

ως άρ' οι δράσαντες ούτοι ; ΓΥ.

Πώς τις oύν άλλως κρινει; ε γάρ αμφ' αυτού θανόντος σεμνόν όλολυγμόν θροεϊν

εισόμεσθ'. MA.

Άραρε τουμόν, ήδ' άπας οπλίζομαι δυσσεβή τόνδ' εις αγώνα-καιρός ούντι μέλλομεν ; νύν ίν' έξωθεν λάθωμεν σχήματευπρεπεστάτωκρυπτέον ψευδεί προσώπω φρών άπερ ψευδής πλέκει.

1821.]

ΟΘΕΛΛΩΝ. TΑΓΟΣ ΕΝΕΤΩΝ.

ΟΘ. 'ΕΝ τώδε δ', ώσπερ και θεοίς αει λέγω

όσο, μέρου πλάναισιν, εξαμαρτάνω,
ούτω τα τούδ' έρωτος, ως κόρη τ' εμού

έμοί τ' εκείνης ήλθε, πάνθ' υμίν φράσω. TΑΓ. μάλιστ', "Όθελλον, είπε ταύθ' όπως έχει. 5 ΟΘ. εμοί πατήρ ο τήσδ' ετύγχανεν φιλος

γεγώς» καλεί δε πολλάκις προς δώματα,
και του βίου με ξυμφοράς ανιστορεί,
μάχας θ', όσων μετέσχον, αστέων τ' αεί
χρήζων ακούειν δυσμενείς προσεδρίας. 10
άπαντα δ' αυτό τον λόγον διέρχομαι,
κάκ παιδός, ώς ήν, μέχρι της τόθ' ημέρας.
ενταύθα δ' ηύδων τλημoνεστάτας τύχας,

Of moving accidents, by flood, and field;
Of hair-breadth scapes i’ the imminent deadly breach ;
Of being taken by the insolent foe,
And sold to slavery; of my redemption thence,
And portance in my travel's history:
Wherein of antres vast, and deserts idle,
Rough quarries, rocks, and hills whose heads touch heaven,
It was my hint to speak, such was the process;
And of the cannibals that each other eat,
The Anthropophagi, and men whose heads
Do grow beneath their shoulders. These things to hear,
Would Desdemona seriously incline:
But still the house-affairs would draw her thence;
Which ever as she could with haste despatch,
She'd come again, and with a greedy ear
Devour up my discourse: which I observing,
Took once a pliant hour; and found good means
To draw from her a prayer of earnest heart,
That I would all my pilgrimage dilate,
Whereof by parcels she had something heard,
But not intentively. I did consent;
And often did beguile her of her tears,
When I did speak of some distressful stroke,
That my youth suffer'd. My story being done,
She gave me for my pains a world of sighs:
She swore,"In faith, 'twas strange, 'twas passing strange!

15

20

25

και πήματοικτρά, ναυσι κάπί γης πέδου
χώπως επ' άτης εσχάτοισι σώζομαι
όροισι, τειχέων θανασίμοις εν εισβολαίς:
χώπως υπ' ανδρών πολεμίων αλίσκομαι,
βίον τ' έχω δούλειον: είτ' ελεύθερος
πολλήν θάλασσαν γήν τεπoίχομαι πλάνης.
κάνταύθ', (οράτε μηχανάς) λέγειν παρών
μέγιστά τ' άντρα, καβάτους ερημίας,
κρημνους, πέτρας τε, κάξισούμεν' ουρανό
ορέων κάρονα και τον ώμη στην λεών,
'Ανθρωποφάγους, δάπτοντας άλλήλων κρέα,
και τους υπ' ώμους τον πελώριον βρoτους
κράταυξάνοντας. ταύτ' άρ' εξηγουμένου
κάρτ' ήν πρόθυμος Δεσδεμώνη μου κλύειν
ου μην τα α' οίκου τωνδε λιμπάνει χάριν,
αεί δε, πορσύνασα κείν' όσον τάχος,
πάλιν στραφείσ' άπληστον ους παρείχε μοι.
αγώ νοήσας, καιρίαν αυτήν ποτε
λαβών, πόρoν τίν' εύρον άψασθαι φρενών,
ώστ' εκ προθύμου καρδίας μ' αιτεϊν κόρης
τέλειον ειπείν της έμής πλάνης λόγον,
ής ήν εκείνη βραχέα μεν πεπυσμένη,
αλλ' ουκ ακριβώς γ', ώσθ' άπασαν είδέναι.
κάγώ μεν ούν επήνεσ', η δε πολλάκις
τέγγει κλύουσα δακρύοις παρηίδα,
έμου τι σημαίνοντος ως νέος πότ' ών
έδυστύχησα. πάντα δ' ώς ειρημέν' ήν,
μισθόν δίδωσι μυρία στενάγματα
ως ταύτ' αληθώς, φήσι, θαύματος πλέα,

30

35

40

'Twas pitiful, 'twas wondrous pitiful !"
She wish'd she had not heard it; yet she wish'd
That Heaven had made her such a man: she thank'd me;
And bade me, if I had a friend that lov'd her,
I should but teach him how to tell my story,
And that would woo her. Upon this hint, I spake;
She lov'd me for the dangers I had pass'd;
And I lov'd her, that she did pity them.
This only is the witchcraft I have used
Here comes the lady: let her witness it.

[1822.

JULIUS CÆSAR. ACT 4, Sc. 3.

;

Cas. COME, Antony, and young Octavius, come! Revenge yourselves alone on Cassius, For Cassius is aweary of the world ; Hated by one he loves; brav’d by his brother Check'd like a bondman; all his faults obsery'd, Set in a note-book, learn'd, and conn'd by rote, To cast into my teeth. O! I could weep My spirit from mine eyes!...There is my dagger, And here my naked breast; within, a heart Dearer than Plutus' mine, richer than gold: If that thou be’st a Roman, take it forth;

ως δ' οίκτρέλεξας, και ποθείν' οδύρμασιν.
και μην πεπύσθαι μηδέν ηύχετο, αλλ' όμως
ίσον λαβείν θεών ηύχετάνδρα και χάριν
τωνδ' έσχεν: είπε δ', είτιν' οιδά που φίλον
αυτής ερώντα, τόνδ', άπερ κάγώ, λέγειν
πάντ' εκδιδάξαι, τάλλα δ' ήν πεπεισμένα.
προς ταύτα, τάμεξείπον ηράσθη δε πως
έμου μεν αύτη, τώνδ' έκατι συμφορών,

50
κείνης δ' ανήρ όδ', οίκτον ως είδον φρενών,
τοιοϊσδ' έγωγε φαρμάκοις εχρησάμην
αυτή δ' ελέγξουσήδε ταύτ' εγγύς γυνή.

1822.]

ΒΡΟΥΤΟΣ. ΚΑΣΣΙΟΣ.

ΚΑΣ. ΝΥΝ δή φέρ' έλθ', '

Αντώνι', ελθε δ', εύχομαι, νεανία μοι δεύρ', άναξ Οκτάβιε, υμείς μόνον τίσασθε Κάσσιον δίκην όλωλε γάρ δή Κασσίω χάρις βίου δν πρώτα μεν στυγούσιν οι φιλούμενοι, τολμά δ' αδελφός, όσπερ ήν, καθυβρίσαι δούλον δ' όπως μ' είργουσι, τας δ' αμαρτίας δέλτου φυλάσσουσ' εν πτυχαίς γεγραμμένας, ώστ' ευ μαθόντες τάμ' όνειδίζειν κακά. ήταν δυναίμην δάκρυσι τήνδ' απ' όμμάτων 10 ψυχήν αφεϊναι και το μεν ξίφος τόδε, τάδ' αυ τα γυμνά στέρνα καρδία δ' ένι, Πλούτου μετάλλων φιλτέρα χρυσού τέ μου ταύτην, άγ', ει Ρωμαίος εί σύ, μ' εξέλου:

« AnteriorContinuar »